Χαρά Νάστου

      

   Η ΙΛΙΑΔΑ, αγαπητοί Μυθολόγοι,  είναι ένα δραματικό επεισόδιο, που διαδραματίζεται στο 10ο έτος του πολέμου, όταν οι Έλληνες, ολοκληρώνοντας την κατάκτηση των γύρω περιοχών, πολιορκούν πια ασφυκτικά την πόλη της Τροίας.

   

   Διαρκεί  52 ημέρες και οι πιο δραματικές απ’ αυτές, αυτές που προωθούν την εξέλιξη και την  πλοκή, είναι τέσσερις μέρες: 1η ραψ.Α,  2η Β-Η,  3η Λ-Σ,  4η Υ-Χ, 

   

και τρεις  δραματικές  νύχτες: 1η Ι-Κ, 2η Σ, 3η Ω.

      

   Το κεντρικό της θέμα είναι η έρις  Αγαμέμνονα και  Αχιλλέα,  με αποτέλεσμα, ν’απομακρυνθεί ο δεύτερος  από τη μάχη, με την απειλή πως θα επιστρέψει στη Φθία.  

   Τελικά  δεν την πραγματοποιεί, αλλά  απομονώνεται στο δικό του στρατόπεδο με  τους Μυρμιδόνες του, απέχοντας από τον πόλεμο.

  

      Η έρις καταλήγει στη μήνι, στο θυμό του Αχιλλέα.

  

    Οι Τρώες επωφελούνται της οργής αυτής και νικούν τους Έλληνες, φθάνοντας ως τα πλοία τους. 

   Την  κρίσιμη αυτή στιγμή και αμέσως  μετά το θάνατο του Πατρόκλου, ο Αχιλλέας εγκαταλείπει το θυμό του και μπαίνει στη μάχη,  εξουδετερώνοντας  την ψυχή και το σώμα του αντιπάλου, που εκπροσωπεί   ο Έκτορας.

    Πάνω στο επεισόδιο της μήνιδος του Αχιλλέα καταφέρνει ο ποιητής και δημιουργεί αυτό  το αθάνατο αριστούργημα, που διαπαιδαγώγησε και διαπαιδαγωγεί γενεές γενεών.

                           

          ΡΑΨΩΔΙΑ  Α  (Λοιμός-Μήνις)

  

        Ο πρώτος ακόμα  στίχος του έπους εξαγγέλλει το κεντρικό  του θέμα .

 

    Ο ποιητής επικαλούμενος  τη θεά της επικής ποίησης, Καλλιόπη, να τον εμπνεύσει, τραγουδά  το θυμό του Αχιλλέα:

       

     «Την μήνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλήος»


     «Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Αχιλλέα

       ανάθεμά τη, πίκρες που’ δωκε στους Αχαιούς περίσσιες

       και πλήθος αντρειωμένες έστειλε ψυχές στον Άδη κάτω».

     

    Όλο το προοίμιο του έργου καλλιεργεί μια ατμόσφαιρα στεναχώριας και προαγγέλλει την άσχημη κατάσταση που επικρατεί στο στρατόπεδο των Αχαιών, λόγω του θανατικού, πού έστειλε ο εκηβόλος σαγιτάρης  Απόλλωνας και θερίζει κορμιά παλληκαριών,  στον Άδη στέλνοντάς τα..

   

     Φταίχτης ο Αγαμέμνονας, που δε δέχθηκε τα λύτρα του ιερέα Χρύση, με τα οποία θα εξαγόραζε την κόρη του, τη Χρυσηίδα, το γέρας του από τα λάφυρα του πολέμου, που το κύριο βάρος του  σήκωνε ο Αχιλλέας!   

    Ο Αγαμέμνονας ξεπερνά τα όρια της δικαιοσύνης, που οφείλει να σέβεται  ως αρχιστράτηγος και ως πανίσχυρος βασιλιάς των Μυκηνών, και  βάζει το πόδι του στην περιοχή της Άτης, από τη στιγμή που αποπέμπει κακήν κακώς το Χρύση, ιερέα του  θεού Απόλλωνα.

   Ο Απόλλωνας, τιμώντας  τον ιερέα του, που δεήθηκε σ’ αυτόν, για την απόδοση δικαιοσύνης, ρημάζει με τα βέλη του το ελληνικό στρατόπεδο:

    

        «….. την ευχή του άκουσε ο Απόλλωνας ο Φοίβος,

       κι απ’ την κορφή του Ολύμπου χύθηκε, θυμό γεμάτος, κι είχε

       δοξάρι και κλειστό στις πλάτες του  περάσει σαϊτολόγο’

       κι αντιβροντούσαν οι σαγίτες του στις πλάτες, μανιασμένος,

       καθώς τραβούσε’   και κατέβαινε σαν τη νυχτιά τη μαύρη.

      Τις μούλες πρώτα πρώτα δόξευε και τους γοργούς τους σκύλους,

       μετά τις μυτερές του ρίχνοντας σαγίτες τους ανθρώπους

      σαγίτευε’  κι άναβαν άπαυτα για τους νεκρούς οι φλόγες.

        Μέρες εννιά απολιόταν πάνω τους το θείο σαγιτοβόλι

          κι απά στις δέκα πια τη σύναξη συγκάλεσε  ο Αχιλλέας».

  

         Η ύβρη του αρχηγού πλήττει όλο το στράτευμα, καθώς μειώνει το γόητρο της κεντρικής εξουσίας,  από την ελάττωση των στρατιωτών,  το πλήθος των οποίων συνήθως οδηγεί  σε νίκες.

      Η ϋβρη του Αγαμέμνονα προσβάλλει τον αριθμό των  στρατιωτών. 

    

   Μετά την Άρτεμη  κι ο αδελφός της, ο προσβεβλημένος  Απόλλωνας,  αναλαμβάνει  θανατερή δράση, καταφέροντας   ένα μεγάλο πλήγμα στο ηθικό του στρατού.

   Ο μάντης κακών ο Κάλχας, που φοβάται να πει το σωστό,  ζητά την προστασία του Αχιλλέα από την οργή του Αγαμέμνονα,  για  να χρησμοδοτήσει  και να φανερώσει τον υβριστή.

            

   Και πράγματι, όπως περίμενε, ο Αγαμέμνονας  του επιτίθεται:        


     Αγαμέμνονας

      

 «μάντη κακέ,  που λόγο πρόσχαρο δεν μου’ χες πει ποτέ

   πάντα η καρδιά σου εσένα χαίρεται κακό να προφητεύει»

    

        Ο Χρύσης δικαιώνεται και ως  ιερέας, αλλά και ως  πονεμένος πατέρας.

   Αυτή η δικαίωση μάς  δίνει μια ιδέα  για την κλίμακα της κοινωνικής ιεραρχίας: 

 

  Εν αρχή ην ο Θεός-ιερατείο(Απόλλων-Χρύσης), 

μετά  ο «ελέω θεού βασιλιάς» (Αγαμέμνων) 

 κι ακολουθούν οι ευγενείς(Αχιλλέας)

  

     Ο Αγαμέμνονας θα υπακούσει αυθαιρετώντας, αρπάζοντας τη Βρισηίδα από τη σκηνή του Αχιλλέα.

  ¨Εχει το δικαίωμα λόγω θέσης.

  Ομως η αντίδραση του Αχιλλέα(ευγενών) δείχνει πως η απολυταρχία αρχίζει και κλονίζεται από το βάθρο της.

   Ο Αχιλλέας, σηκώνοντας κεφάλι, στο μονάρχη,  εκφράζει  τη θαρραλέα επίθεση στην απολυταρχία.

Άρθρο από:Katochi News