«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», Διονύσιος Σολωμός 
«Γράμμα του Σουλιώτη πολεμιστή στη μάνα του…»

Δημιουργική Γραφή μαθητών και μαθητριών του 2ου Γυμνασίου Αγρινίου 

Διδάσκει και καθοδηγεί η Μαρία Ν. Αγγέλη

Eικόνα: ομαδική φωτογραφία του Γ3

           Στο πρώτο απόσπασμα από το Β’ Σχεδίασμα της ποιητικής σύνθεσης του Διονύσιου Σολωμού Ελεύθεροι Πολιορκημένοι αποτυπώνεται η τραγική κατάσταση των κατοίκων και των υπερασπιστών του Μεσολογγίου, που υποφέρουν από την πείνα και την έλλειψη πολεμοφοδίων. 
        Στο δεύτερο απόσπασμα, που υμνεί τη χαρά της φύσης τον Απρίλη, οι άνθρωποι απουσιάζουν. Στον τελευταίο μόνο στίχο δηλώνεται η δραματική αντίθεση ανάμεσα στην απόφαση των Μεσολογγιτών να θυσιαστούν και στην οργιαστική χαρά της ζωής, που κορυφώνεται δίπλα τους. [Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ Γυμνασίου]

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει•
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε• στα μάτια η μάνα μνέει•
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ‘γώ στο χέρι;
οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει» 

O Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
…………………………………………
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο•
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη•
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».
Δ. Σολωμός, Ποιήματα και πεζά, Στιγμή

Και στέλνει γράμμα και γραφή στη μάνα του και λέει:

I.-Γιώργος Τρυφιάτης, 
9 Απριλίου 1826    
Αγαπημένη μου μητέρα, 
             Σου γράφω αυτό το γράμμα για να μάθεις πως περνάω στο Πολιορκημένο Μεσολόγγι. Τα πράγματα εδώ είναι πάρα πολύ δύσκολα. Η πείνα και οι κακουχίες μας θέρισαν. Tα πολεμοφόδιά μας κοντεύουν να τελειώσουν από τις συνεχόμενες μάχες. Πολεμάω καθημερινά στην πρώτη γραμμή της μάχης. Παρόλο που αντιστεκόμαστε γενναία στον τούρκο κατακτητή δεν μπορούμε να αντισταθούμε στην Πείνα. Μερικοί συμπολεμιστές μου τρελάθηκαν από την έλλειψη τροφής. Εγώ προσπαθώ, πάρα πολύ δύσκολα μερικές φορές, να μη φτάσω σε τέτοια κατάσταση. Μη μπορώντας άλλο να αντέξουμε, πήραμε την απόφαση να κάνουμε την ηρωική μας Έξοδο. Είναι η τελευταία μας απόφαση και ίσως η πιο σωστή μιας και δεν αντέχουμε άλλο την καθημερινή εξαθλίωση. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στο φτωχικό μου φορώντας τα άρματά μου και την καλή μου φουστανέλα. Σε μια ώρα έχω συνάντηση με τους καπεταναίους  για να συζητήσουμε το σχέδιο Εξόδου. Πριν όμως από αυτό θα πάω και στην εκκλησία που θα με κοινωνήσει ο καλός μου φίλος ο Παπακαψάλης. Πιστεύω να μην είναι η τελευταία φορά που κοινωνάω. Και αυτά που σου γράφω να μην είναι τα τελευταία μου λόγια. Μάνα, θα παλέψω με όλες μου τις δυνάμεις και μακάρι να με αξιώσει ο Θεός να βρεθώ και πάλι κοντά σου και να ζήσουμε μια ζωή ειρηνική στο Σούλι. Μάνα, δεν θέλω να κλάψεις για μένα, μόνο να προσεύχεσαι και θα δεις πως θα ανταμώσουμε και πάλι.
Σε φιλώ με αγάπη Ο γιος σου

Εικόνα: Δάφνες ή «βάγια»
 Η Ηρωική Έξοδος των πολιορκημένων Ελλήνων έγινε 10 προς 11 Απρίλη 1826…
      Νύχτα Σαββάτου του Λαζάρου με ξημέρωμα Κυριακής των Βαΐων.

Εικόνα: «Η Έξοδος του Μεσολογγίου», Θεόδωρος Βρυζάκης, 1853

II. Θώδη Κωνσταντίνα                                   
Μάνα μου,
            Ελπίζω το γράμμα μου να σας βρίσκει όλους ζωντανούς. Τον τελευταίο καιρό γίνονται πολλά που πρέπει να ξέρετε εκεί πάνω, γι’ αυτό βρήκα λίγο χρόνο να σου γράψω. Εδώ τα πράγματα όλο και δυσκολεύουν, ο κλοιός στενεύει. Μας είχαν για τους πιο δυνατούς, τη μοναδική τους ελπίδα. Όμως και εμείς λυγίσαμε. Πολλοί πέθαναν και ακόμα πεθαίνουν… Ανάμεσά τους και ο Στέλιος μας μάνα. Μην κλάψεις τώρα που το διαβάζεις. Έπεσε στη μάχη, ηρωικά. Όπως ήθελε. Εδώ δεν έχουμε να φάμε, όμως χορταίνουμε οι Σουλιώτες με τη σκέψη ότι τα παιδιά μας πάνω στο Σούλι είναι καλά. Εδώ τα παιδιά πεθαίνουν από την πείνα. Έχουμε φάει τα πάντα και τώρα δεν έμεινε τίποτα. Μέχρι και τα τρωκτικά και τα βατράχια φάγαμε και σκύλους… 
            Μάνα, υπάρχει ακόμα ελπίδα. Αυτό να πεις στη γυναίκα και στο παιδί μου και να το πιστέψετε. Εμείς αυτό σκεφτόμαστε και έτσι παίρνουμε κουράγιο. Φίλα το παιδί και τη γυναίκα. Παλεύουμε για τη Νίκη  και είναι κοντά…
Ο γιος σου,
Φόρης


III. Γεωργίου Διονυσία
Γεια σου μάνα,
     Ελπίζω το γράμμα μου να σας βρίσκει καλά και εσένα και τον πατέρα. Δεν ξέρω αν θα έχω άλλη ευκαιρία να σας ξαναγράψω γιατί η κατάσταση εδώ στο Μεσολόγγι είναι τραγική. Όλοι υποφέρουμε από την πείνα και την έλλειψη πολεμοφοδίων.
              Το Μεσολόγγι έχει σχεδόν ερημωθεί. Νεκροί παντού τριγύρω. Όσοι έχουν απομείνει ψάχνουν παντού να βρουν λίγη τροφή, έστω λίγα ψίχουλα. Κάτι για να ξεγελάσουν την πείνα τους. Μάνα, έχω πολεμήσει σε πολλές μάχες αλλά αυτή την απόγνωση δεν την έχω ξανανιώσει ποτέ. Νιώθω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο πια. Η πείνα με έχει εξαντλήσει και δεν έχω βόλια για το τουφέκι μου. Κάθομαι άπραγος και περιμένω το τέλος που πλησιάζει απειλητικά. Το τέλος το δικό μου και των υπόλοιπων Μεσολογγιτών.  Δε σου κρύβω μάνα, πως μερικές φορές με πιάνουν τα κλάματα. Θα με ρωτήσεις βέβαια γιατί; Παντού τριγύρω μου βλέπω τη φύση να είναι στην καλύτερη στιγμή της. Είναι άνοιξη πια, η καλύτερη εποχή του χρόνου. Η εποχή του έρωτα, των λουλουδιών και της χαράς, αλλά εγώ αργοπεθαίνω μάνα…
Σας φιλώ όλους,
Ο γιος σου

IV. Γκρίζης Παναγιώτης
Καλή μου μάνα,
      Ελπίζω το γράμμα μου να σας βρει όλους καλά, εσένα και όλους τους συγγενείς. Σου γράφω αυτό το γράμμα για να σου πω πως τα πράγματα εδώ στο Μεσολόγγι δεν είναι καθόλου καλά. Μανούλα μου, δεν με λύγισαν οι τόσες μάχες που έδωσα μέσα στις βροχές και στα χιόνια και ούτε ο φόβος του εχθρού… 
        Η Πείνα όμως με έκανε να μην έχω πια δύναμη στα χέρια μου ούτε το όπλο μου να κρατήσω. Φοβάμαι μάνα πως δεν αντέχω άλλο. Είμαι απελπισμένος γιατί δεν έχω πια Πολεμοφόδια να πολεμήσω και αυτό το γνωρίζει και ο εχθρός. Εγώ, ένας Σουλιώτης, να κάθομαι με σταυρωμένα χέρια και να περιμένω τον αργό μου θάνατο από την πείνα; Εγώ ένας γενναίος πολεμιστής να κάθομαι να βλέπω μικρά παιδιά να κλαίνε από την πείνα και να ψάχνουν στο στήθος των μανάδων τους για μια σταγόνα γάλα… Βλέπω τις μάνες που είναι απελπισμένες γιατί ξεψυχούν στις ποδιές τα σπλάχνα τους, τ’ αδέλφια μου να κείτονται νεκρά δίπλα μου. Δεν αντέχω μάνα, ντρέπομαι που στο λέω αλλά με πιάνει το παράπονο… Πηγαίνω παράμερα και κλαίω γιατί δεν αντέχω άλλο! Εκεί μου έρχονται στο νου μου τα δικά σου λόγια, ότι δεν το βάζουμε κάτω ποτέ και αγωνιζόμαστε για τα ιδανικά μας μέχρι τέλους! Αυτά τα λόγια μου δίνουν λίγο δύναμη. 
             Τέλος, θέλω να σε ευχαριστήσω γιατί μπορεί να μην έχω άλλη ευκαιρία να το κάνω… Να σε ευχαριστήσω που με έφερες στο κόσμο, που με έκανες ένα σωστό και γενναίο πολεμιστή, και για όλα όσα με δίδαξες… Ελπίζω όμως να ανταμωθούμε σύντομα, αφού πρώτα πράξω το χρέος μου προς την πατρίδα.
Σε φιλώ, ο γιος σου

V.-Γρατσάνης Παύλος
Αγαπητή μου μητέρα,
          Αποφάσισα να σου στείλω αυτό το γράμμα για να εκφράσω την ταλαιπωρία και εξαθλίωση που περνάω εγώ και οι συμπολεμιστές μου εδώ στο Μεσολόγγι. Αρχικά, τα πράγματα στο Μεσολόγγι είναι πολύ δύσκολα. Οι Τουρκοαιγύπτιοι πολιορκούν την πόλη εδώ και αρκετές μέρες και η εξαθλίωση μας έχει αποδεκατίσει. Το χειρότερο από όλα όμως είναι η πείνα που μας έκανε αδύναμους και δεν μπορούμε να πολεμήσουμε τον εχθρό. Το φαΐ έχει λιγοστέψει κατά πολύ και δύσκολο είναι να το βρεις. Στο μυαλό μου έρχονται παιδικές κραυγές που  ζητάνε φαγητό. Η πείνα μας έφτασε στο σημείο να τρώμε πτώματα ανθρώπων για να επιβιώσουμε. Ακόμη, τα πολεμοφόδια έχουν τελειώσει. Η βοήθεια που περιμέναμε δεν έφτασε ποτέ στο Μεσολόγγι. Φαντάσου μάνα, ότι από την αδυναμία μου ο καλύτερος σύμμαχός μου, δηλαδή το ντουφέκι μου, έγινε βαρύ! Και το χειρότερο είναι ότι οι εχθροί το γνωρίζουν και συνεχίζουν να πολιορκούν το Μεσολόγγι. Η κατάσταση εδώ είναι πολύ τραγική. Ελπίζω να γυρίσω στο χωριό σώος και αβλαβής.
Ο γιος σου, Πέτρος

……………………….
VI.-Μπαλατσούκας Χρήστος 
9 Απριλίου 1826
Αγαπημένη μου μάνα,
      Ίσως είναι η τελευταία φορά που σου γράφω. Ο κλοιός των Αιγυπτίων και των Tούρκων, εδώ στο Μεσολόγγι, γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός. Δεν έχουμε χρόνο ούτε να ανασάνουμε. Η καρδιά μου ξεριζώθηκε ήδη μια φορά, όταν αναγκάστηκα να αποχωριστώ το Σούλι
        Βλέπεις ο εχθρός είναι δυνατός και μας πολεμά με όλα του τα μέσα. Εμείς, μια χούφτα άνθρωποι, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μια πολυάριθμη στρατιά. Μα δεν μας φοβίζει ο αριθμός τους. Είμαστε έτοιμοι εδώ στο Μεσολόγγι,αν χρειαστεί, να ποτίσουμε με το αίμα μας το δέντρο της Ελευθερίας! Γιατί η ελευθερία και η πατρίδα είναι πίστη και ιδανικά, τα οποία εμείς έχουμε χρέος να υπηρετήσουμε μέχρι την τελευταία μας πνοή. Δε θα σου κρύψω ότι ανεβαίνουμε το δικό μας Γολγοθά. Πέρα από τους εχθρούς πρέπει να αντιμετωπίσουμε και αλλά εμπόδια, που συχνά κάμπτουν και τους πιο δυνατούς. 
           Η πείνα εξαντλεί τις δυνάμεις μας, με αποτέλεσμα ακόμη κι ο σύντροφός μου στη μάχη, το τουφέκι μου, να μου φαίνεται ασήκωτο. Βέβαια και αυτό με τη σειρά του με προδίδει… Η έλλειψη σε πολεμοφόδια το καθιστά άχρηστο. Νιώθω πικρία και ντροπή, που δεν μπορώ να πολεμήσω τους Αγαρηνούς με όλη τη δύναμη και την ορμή μου! Οι δυνάμεις μου εξασθενούν, το τουφέκι μου με προδίδει, μα το χειρότερο όλων: Ο εχθρός το ξέρει. Όμως δε θα λιποψυχήσω! Δε θα υποκύψω στην πείνα, στις κακουχίες, στον εχθρό. Η καρδιά μου φλέγεται από την αγάπη προς την Ελευθερία! 
Σε χαιρετώ, ο γιος σου Χρήστος 

VII. -Δαράβαλης Θεόδωρος
Αγαπητή μου μητέρα,
         Σου γράφω αυτό το γράμμα για να σου πω τα βάσανα που περνάω. Πιστεύω ότι θα έχεις μάθει για την κατάντια που ζούμε: δηλαδή δεν έχουμε φαΐ και γι’ αυτό έχουμε αποδυναμωθεί . Τα μικρά παιδιά πεθαίνουν στην αγκαλιά της μητέρας τους και το χειρότερο είναι ότι ο τουρκοαιγυπτιακός στρατός το γνωρίζει και συνεχίζει να πολιορκεί το Μεσολόγγι . Επίσης, δεν σου είπα πως από την πολλή πείνα φτάσαμε στο σημείο να τρώμε πτώματα ανθρώπων και ποντίκια για να επιβιώσουμε!
Ελπίζω να καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε τον τουρκοαιγυπτιακό στρατό.
Μου λείπεις πολύ! Ο γιος σου, Γιώργος

……………………………..
VIII.-Κουμπούρη Μαρία
    Σε χαιρετώ μανούλα μου πολυαγαπημένη που ’ναι γεμάτη υπομονή η καρδιά σου η ραγισμένη…
       Σου γράφω αυτό το γράμμα με μάτια βουρκωμένα από τον πόνο και την εξάντληση, αλλά και από την απόσταση που μας χωρίζει. Τελειώνουν τα πυρομαχικά μας και μαζί με αυτά χάνονται και οι ελπίδες να απωθήσουμε τους Αγαρηνούς. Το τουφέκι έγινε βαρύ, αλλά καθώς έρχεται η άνοιξη ξεφεύγει λίγο το μυαλό μας. Ελπίζω μανούλα μου, να είσαι δυνατή για ό,τι μας ξημερώσει. Και κάνε κουράγιο στην ζωή σε ό,τι αυτή μας δώσει. 
Με αυτά τα λίγα λόγια που σου γράφω θέλω να μου δώσεις την ευχή σου και να με συγχωρέσεις που δεν μπορώ να είμαι κοντά σας.
Σας αγαπώ πολύ,
Ο γιος σου
………………………………………………
IX.-Κολώνια Θεοφανία
Μάνα,
     Δύσκολες ώρες για όλους τους στρατιώτες. Οι περισσότεροι, ακόμα και οι πιο δυνατοί άρχιζαν να λυγίζουν, μην έχοντας αντοχές να πολεμήσουν. Πρώτη φορά βλέπω τέτοια απελπιστική κατάσταση. Όσο τα σκέφτομαι, τόσο στεναχωριέμαι. Ξέρω μάνα πόσο ανησυχείς για μένα, όμως δεν χρειάζεται. Δόξα τω Θεώ είμαι καλά και παλεύω ολοένα μαζί με πολλούς άλλους. Οι Τούρκοι και Αιγύπτιοι έχουν γίνει πιο επιθετικοί τώρα τελευταία, επειδή ξέρουν πως δεν έχουμε δυνάμεις λόγω της έλλειψης πολεμοφοδίων. Όμως δεν ξέρουν ότι τίποτα δεν μας πτοεί! Τον πονάμε τούτο τον τόπο και δεν θα αφήσουμε κανέναν να μας τον πάρει με το έτσι θέλω! Ή θα νικήσουμε για την ελευθερία μας ή θα πεθάνουμε γι’ αυτόν εδώ τον τόπο. Σ’ αφήνω τώρα μάνα και μην στενοχωριέσαι. Κρατήσου δυνατή! Ο Θεός είναι μαζί μας…
Σ’ αγαπώ πολύ,
Ο γιος σου

X.-Γκρίζη Αδαμαντία-Άννα
Αγαπημένη μου μητέρα, 
           Πάει  καιρός από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε. Παρόλα αυτά δεν έχω σταματήσει να σε σκέφτομαι και να προσεύχομαι για σένα κάθε στιγμή. Ελπίζω να κάνεις και εσύ το ίδιο εκεί στο χωριό. Χωρίς να θέλω όμως να σε αγχώσω, σε ενημερώνω ότι η κατάσταση εδώ στο  Μεσολόγγι είναι καταθλιπτική. Η πείνα μας έχει αποδεκατίσει και οι δυνάμεις μας εξαντλούνται. Να φανταστείς, ότι ακόμη και ο καλύτερος φίλος, σύμμαχος και προστάτης μου, το τουφέκι, αρχίζει να με βαραίνει. Μα το χειρότερο δεν είναι αυτό. Εκείνο που με βασανίζει είναι ότι ο εχθρός γνωρίζει για την άθλια κατάστασή μας. Αχ μάνα, δεν ξέρω για πόσο θα αντέξω ακόμα. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι με λύγισε η πείνα και όχι οι μάχες στο Σούλι… Αντιστεκόμαστε όπως μπορούμε, αλλά δε βλέπω φως στον ορίζοντα. Βοήθεια από πουθενά…
Ελπίζω οι μέρες που έρχονται να αλλάξουν κάπως την κατάσταση εδώ μέσα. Εύχομαι όλοι στο χωριό να είστε καλά και να μάθω σύντομα νέα σας.
Ο γιος σου,
Μανώλης 
……………………………..
XI.-Σίμου Κατερίνα  
5 Απριλίου 1826
Αγαπητή μου μάνα,
Είμαστε ακόμα πολιορκημένοι από τους Αιγύπτιους και Τούρκους. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Κάθε μέρα, όλη μέρα πολεμάμε και ζούμε μες στο φόβο. Υπάρχει μεγάλη πείνα, δεν έχουμε κάτι να φάμε. Τρώγαμε ό, τι βρίσκαμε μπροστά μας, τώρα όμως δεν υπάρχει τίποτα. Έχω κουραστεί, έχουμε κουραστεί. Είμαστε τόσο αδύναμοι, ούτε τα όπλα μας δεν μπορούμε να σηκώσουμε. Δεν αντέχω άλλο, μάνα. Κάθε μέρα ξεσπώ στα κλάματα… Είμαι αδύναμος πλέον και το χειρότερο: Ο εχθρός το ξέρει. Δε γνωρίζω αν θα αντέξουμε για πολύ ακόμα. Το μόνο που με ωθεί για να συνεχίσω να πολεμώ είσαι εσύ! Και η ομορφιά της φύσης την άνοιξη. Η άνοιξη επιτέλους έφτασε και είναι το μόνο όμορφο που συμβαίνει τώρα. Λουλούδια ανθίζουν, δέντρα βγάζουν όμορφα φύλλα και το έδαφος γίνεται πράσινο από το χορτάρι. Όλα είναι τόσο όμορφα, αλλά δε ξέρω τι να κάνω, μάνα. Φοβάμαι και οι σκέψεις μου όλο ερωτήματα: « Να πάω να ξεκουραστώ λίγο ή θα επιτεθούν;»,  «Θα νικήσουμε ή θα νικηθούμε;», « Θα πεθάνω ή θα ζήσω;». Γεμάτος απορίες και αγωνία. Εγώ όμως θα συνεχίσω να πολεμώ μέχρι την τελευταία μου πνοή! Ξέρω ότι σε έχω αγχώσει με αυτό το γράμμα αλλά, σε παρακαλώ, μη στενοχωριέσαι. Υπάρχει ακόμα ελπίδα… 
Σ’ αγαπώ και μου λείπεις,
ο γιος σου
………………………….
XII. Γκεντοτσάι Άντζελα
Αγαπημένη μου μάνα,
       Τώρα που βρήκα την ευκαιρία και το κουράγιο να σου πω δυο πράγματα για το τι συμβαίνει εδώ στο Μεσολόγγι, θα το κάνω.
       Εδώ συμβαίνουν τρομερά πράγματα. Είμαστε όλοι χαμένοι και δεν υπάρχει ζωή για εμάς με τέτοια πείνα που έχουμε. Να, πριν λίγο καιρό, ένας από την πείνα που είχε, έφαγε ένα κομμάτι ενός νεκρού στρατιώτη! Φαντάσου μάνα, που έχουμε καταντήσει… 
       Βέβαια δεν είναι μόνο αυτό. Συνεχώς τρώμε ποντίκια, βατράχια, πικρά χόρτα και διάφορα τέτοια. Το χειρότερο είναι πως δεν υπάρχουν πολλά από αυτά και είμαστε τόσο αδύναμοι που ούτε το όπλο μας δεν μπορούμε να σηκώσουμε! Γι’ αυτό κλαίω μάνα. Όσο και να προσπαθούμε πεινάμε ολοένα και περισσότερο. Και το χειρότερο: οι Τούρκοι γνωρίζουν για την αδυναμία μας και νομίζουν πως έχουν το πάνω χέρι. Πεθαίνουν πολλά άτομα με αποτέλεσμα να είμαστε λιγότεροι και πιο αδύναμοι. Αλλά εσύ μην στεναχωριέσαι μάνα. Ήρθε η άνοιξη και ίσως όλα φτιάξουν και μπορέσω να έρθω πίσω σπίτι ευτυχισμένος… Γιατί η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία…
                                                  Ο γιος σου,
                                                     Πέτρος
……………………..
XIII.-Αρκουμάνη Κων/να-Εφραιμία
Μάνα τι κάνεις;
       Σε πεθύμησα. Εδώ τα πράγματα είναι δύσκολα. Καθημερινά πολεμάμε όχι μόνο με τους εχθρούς μας, αλλά πολεμάμε για να βρούμε μια μπουκιά ψωμί. Παιδιά πεθαίνουν απ’ την πείνα, οι γέροι ξεψυχάνε, μάνα πονάει η καρδιά μου με τις εικόνες που αντικρίζω καθημερινά. Αν και γενναίος στρατιώτης και πολεμιστής λυγάω μπροστά σ’ αυτόν τον πόνο. Παρ’ όλα αυτά δεν θα παραδοθούμε. Μπορεί σωματικά να αδυνατούμε μα ο ψυχή μας στέκει και θα παλέψουμε για τον τόπο μας! Ελπίζω να τα βγάζεις πέρα μονάχη που σ’ αφήκαμε. Συνάμα σου στέλνω την αγάπη μου και όση δύναμη μ’ απόμεινε. Έχοντάς σε στο μυαλό μου, δεν θα τα παρατήσω και σύντομα θα γυρίσω πίσω να σε φροντίσω αναπληρώνοντας το χρόνο που σ’ άφηκα.

Ο γιος σου, 
Γιάννης. 
  
Εικόνα: ομαδική φωτογραφία του Γ2

XIV-Αρκουμάνης Δημήτρης      
Μάνα,
          Ξέρω ότι κυκλοφορούν φήμες για την παράδοση του Μεσολογγίου. Μην τις πιστεύεις. Είναι κόλπο των Αγαρηνών για να αποσυντονίσουν την επανάσταση. Έχουμε προμήθειες φαγητού και πυρομαχικών για αρκετούς μήνες ακόμα… Επίσης, πριν λίγες μέρες ήρθε γράμμα από τον ίδιο τον Μαυρομιχάλη. Είναι θέμα χρόνου να φθάσουν ενισχύσεις. Πρόσεχε τον εαυτό σου και την αδερφή μου. Όταν γυρίσω θα την καλοπαντρέψω. Πες σε όλους να μην ανησυχούν. Τα τείχη του Μεσολογγίου είναι πιο γερά απ’ ό,τι νομίζουν. Στο τέλος οι Τούρκοι θα ζητάνε να μπούνε μέσα για να προστατευτούν από τον Κολοκοτρώνη! Η ελευθερία είναι πιο κοντά από ποτέ, αρκεί να πιστέψουμε σε αυτή! Μη στενοχωριέσαι μάνα. 
Σε φιλώ, Ο γιος σου 

Σημείωση: «Κυρία, έγραψα ψέματα στο γράμμα μου! Ήθελα να δώσω ελπίδα στη μάνα μου, για να μην πονάει…». Δ. Αρκουμάνης
  
Εικόνα: «Η αυτοθυσία της μάνας», Εμίλ ντε Λανσάκ, 1827

Άρθρο από:ΞηρόμεροNews