Απογευματάκι στο χωριό, Δεκαετία -70 αρχές -80 .Οι πατεράδες μας στα καφενεία και οι μανάδες μας στο σπίτι. Ο χτύπος της μπάλας ακούγονταν από το μισό χωριό. Ήταν το κάλεσμα να μαζευτούμε στο γήπεδο για να παίξουμε μπάλα. Το γήπεδο χωμάτινο με μικρές πέτρες διάσπαρτες παντού και στις άκρες χορτάρια , αγκάθια και φυσικά ξέφραγο. Σιγά-σιγά, ένας-ένας τρέχοντας μαζευόμασταν στο γήπεδο, περίπου 50-80 παιδιά, με πλήρη «αθλητική» ενδυμασία. Κοντό ή μακρύ παντελόνι ,το ίδιο δηλαδή που φορούσαμε και την υπόλοιπη μέρα, για φανέλα τη μπλούζα που φορούσαμε καθημερινά ή γυμνοί από τη μέση και πάνω και για αθλητικά παπούτσια ή τα καθημερινά παπούτσια πού είχαν τρύπιες σόλες ή ξυπόλητοι ή μόνο με τις κάλτσες μας. Για δοκάρια βάζαμε δυο πέτρες και δεν βάζαμε ποτέ διαιτητή.

Είχαμε πια μαζευτεί όλα τα παιδιά και έπρεπε να χωριστούμε σε ομάδες. Το γήπεδο μικρό άρα πάνω από 8 παιδιά δεν μπορούσαν να παίξουν. Το μόνιμο δίλημμα ποιος μένει έξω; ποιος παίζει; διαπραγματεύσεις, διαφωνίες, νεύρα τσακωμοί και τελικά οι ομάδες έτοιμες να ριχθούν στον αγώνα. Η επιλογές των παιχτών γίνονταν ξεκινώντας από τους καλύτερους. Ένας στη μια ομάδα ένας στην άλλη ομάδα. Αυτοί ήταν δικαιωματικά και οι αρχηγοί οι οποίοι στη συνέχεια επέλεγαν τους υπόλοιπους παίχτες. Το ματς αρχίζει και οι παίχτες έτρεχαν πάνω κάτω χωρίς να υπολογίζουν το έδαφος , τις πέτρες και ότι άλλο αιχμηρό αντικείμενο υπήρχε στο χώμα. Πάθος ,ένταση, φωνές ,σπρωξίματα ,κλωτσιές εμπλούτιζαν το παιχνίδι. Τον διαιτητή τον έκαναν οι ίδιοι οι παίχτες άλλοτε δίκαια και άλλοτε άδικα ανάλογα το συμφέρον τους. Όταν δεν τα έβρισκαν ως προς την απόφαση ενός φάουλ ή πέναλτι το παιχνίδι εκτροχιάζονταν και έπεφτε και πολύ ξύλο , αν ηρεμούσαν το παιχνίδι συνεχίζονταν, διαφορετικά διακόπτονταν!

Συνήθως παίζαμε, Πάνω-Κάτω γειτονιά ή με τους αιώνιους αντιπάλους μας την ομάδα από το Καραϊσκάκη. Τα παιχνίδια ήταν όλα φιλικά και ήταν το καθημερινό γεγονός του μικρού χωριού. Η ομάδα από το Καραϊσκάκη είχε πολλούς καλούς παίχτες, αλλά και το χωριό μου είχε ακόμα καλύτερους( δεν θα αναφέρω ονόματα γιατί θα ξεχάσω πολλούς και δεν πρέπει να τους αδικήσω)Οι νίκες μοιρασμένες και παρότι το παιχνίδι έφερνε τσακωμούς στο τέλος όλοι είμασταν μονοιασμένοι και αγαπημένοι.

Μπάλα δερμάτινη δεν είχαμε πάντα και αυτή που είχαμε ήταν μεταχειρισμένη και φθαρμένη. Όταν η μπάλα από τις κλωτσιές έπεφτε μέσα στα γειτονικά σπίτια υπήρχαν και φορές που κατάσχονταν και η στεναχώρια μας μεγάλη.

Υπήρχαν φορές που στο παιχνίδι για να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον βάζαμε ένα έπαθλο. Τα παιδιά της ηλικίας μου, ας πούμε, βάζαμε έπαθλο τις πίτσες. Όποια ομάδα έχανε θα κέρναγε την άλλη ομάδα πίτσες, στη παραλία του Αστακού.

Σε πολλούς παίχτες δίναμε και όνομα μεγάλων ποδοσφαιριστών όπως: Αλτομπέλι, Κανιέμπα, Κρόιφ , Κίγκαν, Ταχαμάτα, Ντέρεκ, Άρτσιμπαλντ, Φούνες κλπ.
Αργότερα κάποιοι από εμάς απέκτησαν πλήρης αθλητική στολή και ποδοσφαιρικά παπούτσια και τους θαυμάζαμε.

Έπεφτε το σκοτάδι και εμείς ακόμα στο γήπεδο προσπαθούσαμε να παίξουμε και ας μη βλέπαμε. Τότε άκουγες μια- μια τις φωνές των μανάδων μας που μας έψαχναν και είχαν έρθει στο γήπεδο να μας μαζέψουν.

Το σκοτάδι έπεσε για τα καλά ,το γηπεδάκι άδειασε και η απόλυτη ησυχία επανήλθε στο μικρό μας χώρο. Ραντεβού την άλλη μέρα για ένα νέο παιχνίδι ,ένα παιχνίδι που κράτησε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του -80
Αργότερα οι περισσότεροι φύγαμε από το χωριό και το γηπεδάκι μετατράπηκε το μισό σε παιδική χαρά και στο άλλο μισό τοποθετήθηκαν μπα σκέτες και έτσι απέκτησε τριπλή χρήση αλλά οι επισκέπτες του συνεχώς μειώνονται!!

Στις φωτογραφίες έχουμε την ομάδα ΝΙΚΗ τις δεκαετίας του -50 και την ομάδα ΑΧΙΛΛΕΑΣ τέλος του 1990,αρχές του 2000.

Παναγιώτης Ηλ. Χολής.

Άρθρο από:vlyziana news