Χαρήκαμε και σήμερα, αρχή της εβδομάδας, λίγο χειμωνιάτικο ήλιο, το σκηνικό όμως του καιρού αλλάζει από σήμερα το βράδυ. Οι νονοί του καιρού είχαν έτοιμο το όνομα της νέας κακοκαιρίας και από χθες ήταν ήδη βαφτισμένη με το όνομα Διδώ. Και η ερώτηση είναι έτοιμη στα  χείλη μας. Ποια ήταν αυτή η Διδώ;

   Στην Τύρο, την αρχαία πόλη του Λιβάνου, κάπου στο βάθος του χρόνου, στο μακρινό πισωγύρισμά του, βασίλευε ο Μάττας ή Μύττος. Έφυγε κάποτε από τη ζωή ο βασιλιάς, αφήνοντας το θρόνο του στην κόρη του Διδώ και το σύζυγό της Σιχαίο, πλούσιο ιερέα του Ηρακλή. Η εξουσία όμως είναι γυναίκα ξελογιάστρα και τα ακατανίκητα θέλγητρά της τύλιξαν στο δίχτυ τους τον αδερφό της βασίλισσας Πυγμαλίωνα. Τυφλωμένος από τη λαχτάρα να πάρει αυτός τα ηνία της χώρας στα χέρια του, σκότωσε το Σιχαίο και φόρεσε ο ίδιος το βασιλικό διάδημα. Η Διδώ από φόβο μήπως ο αδίστακτος αδερφός της σκοτώσει και την ίδια, πήρε τα πλούτη του Σιχαίου, μερικούς δικούς της ανθρώπους που τους εμπιστευόταν τυφλά και, αφού επιβιβάστηκαν όλοι σε πλοίο, κατευθύνθηκαν προς την Κύπρο και από εκεί στις ακτές της Λιβύης, στη χώρα Νουμιδία.
   Εκεί με βασιλική ευγένεια και ευγενική τόλμη ζήτησε από το βασιλιά της χώρας Ιάρβα να της επιτρέψει να χτίσει στην ακτή μία πόλη. Ο Ιάρβας στην αρχή τής έκανε το δύσκολο, η Διδώ όμως με τα πλούσια δώρα που του προσέφερε μαλάκωσε την άρνησή του και ο βασιλιάς τής υποσχέθηκε να της κάνει το χατίρι, αλλά υπό έναν όρο. Η Διδώ θα έχτιζε μία πόλη, που όμως θα καταλάμβανε τόση έκταση όση ένα τομάρι βοδιού.
   Η Διδώ, που με τη δωροδοκία λύγισε την άρνηση του Ιάρβα, με το κοφτερό μυαλό της έραψε στα μέτρα της τη βαριά προϋπόθεση που της έθεσε ο βασιλιάς. Έτσι, έκοψε το τομάρι του βοδιού σε  πολύ στενές λωρίδες και ενώνοντας τη μία με την άλλη, περικύκλωσε τόσο χώρο, ώστε της έφτασε να χτίσει την Καρχηδόνα και την ακρόπολή της που ονόμασε Βύρσα, γιατί βύρσος σημαίνει δέρμα, τομάρι.
   Ο Ιάρβας γοητευμένος από την ευστροφία της, ζήτησε τη γυναίκα σε γάμο. Η Διδώ όμως, που κουβαλούσε στη μνήμη της ολοζώντανο ακόμη τον άντρα της, αρνήθηκε την πρότασή του. Και χωρίς να της πάρει πολύ καιρό να σκεφτεί και να ξανασκεφτεί τα οφέλη που θα αποκόμιζε από το δεύτερο γάμο της, προτίμησε να πέσει στη φωτιά, παραδίνοντας στις φλόγες το κορμί της, αλλά κρατώντας το αμόλυντο από το κορμί του Ιάρβα.
   Άλλοι, πάλι, ποιητές, ανάμεσά τους ο Αινείας και ο Οβίδιος, θέλουν τη βασίλισσα παράφορα ερωτευμένη με τον Αινεία, που έφτασε στη χώρα της, καθώς επέστρεφε από την Τροία. Ο Δίας όμως, είχε άλλα σχέδια για τον Αινεία, και αυτός δεν μπορούσε να αψηφήσει τις βουλές του. Έτσι, λοιπόν, με εντολή του μεγάλου θεού έφυγε κρυφά για την Ιταλία και άφησε τη βασίλισσα να θρηνεί απαρηγόρητη για την απιστία του.
   Και εκείνη, μη βρίσκοντας πια νόημα στη ζωή της χωρίς τον αγαπημένο της, ανέβηκε στη φωτιά και κάηκε.
   Ετσι, όποια κι αν είναι η παράδοση για τη Διδώ, η βασίλισσα κλείνει τον κύκλο της ζωής της παραδομένη αυτοθέλητα και γενναία στις φλόγες της φωτιάς. 

Άρθρο από:ΜΠΑΜΠΙΝΗ ΙΝ