Στα ενενήντα τρία της σήμερα η Χριστίνα Φατσιλέτου πάντα έχει κάτι να πει για τα χρόνια εκείνα στο Ξηρόμερο που κοπέλα ακόμα χανότανε μέσα στα δάση πότε για ξύλα, πότε για βελανίδια…. –
– Μάνα, πες μου καμιά ιστορία από αυτές που μου λες για το χωριό… Αλλά να‘ναι για βελανιδιές, και για βελανίδια που μάζευες. Θα τα γράψουμε σε ένα περιοδικό. Είναι του συλλόγου για τη διάσωση της βελανιδιάς. Σου έχω μιλήσει γι’ αυτό. 
Αρκετοί είναι από τα χωριά μας, τον Πρόδρομο και τη Χρυσοβίτσα.
-Τους ξέρεις εσύ αυτούς;
-Ναι τους ξέρω αφού σου έχω πει τα ονόματά τους…
-Ε! Αφού τους ξέρεις πες τους να μας αφήσουν να κόψουμε τις βελανιδιές από τα χωράφια μας που έγιναν δάσος!
-Έλα μάνα πες μου κάτι που θυμάσαι. Τί θυμάσαι;
-Αν θυμάμαι λέει, όλο εκεί γυρίζει το μυαλό μου….
-Για πες, πώς είναι η βελανιδιά;
-Στάσου να σου τα πω με τη σειρά. 
Στο Ξηρόμερο τα βουνά είναι γεμάτα βελανιδιές, δέντρα, ασφάκες, πουρνάρια, κοκορευτιές, λυγαριές, αγριαχλαδιές, πουρδαλιές.. και την άνοιξη γιομίζουν από αγριολούλουδα, σπάρτα, κωνοταντινάτα, σπιρδούκλια, σπριτζούνια, σφέλαχτα, αμάραντα, τι να πρωτοθυμηθώ
Η βελανιδιά έχει κορμό χοντρό και κλωνάρια του φωτά, φύλλα χαμοπλατιά  πιο πλατιά από το δέντρο που έχει φύλλα τσατζαλιάρικα και στις κορφές βγάζει το βελάνι μέσα στην βελόνα. Οοιδίζει όπως το κάστανο και μέσα μέσα κάνει και δίδυμες βελάνες.
Το δέντρο, που είναι και αυτό σαν άλλη ράτσα βελανιδιάς να πούμε, είναι πιο ψηλό. 
Ο καρπός του το βελάνι είναι μέσα στο κακατσίδι και είναι πιο ψιλό από της βελανιδιάς. 
Το δέντρο, βγάζει κι αντίκλαρο πάνω στο κλωνάρι, δηλαδή χλωρό κσυτσουράκι, κι απάνω πετάει αντίκλαρο.
 Δέντρο πάνω στο δέντρο να καταλάβεις, με πιο πυκνό και ψιλό φύλλωμα.
Να σου πω και για την ίσκα που κάνει και η βελανιδιά και το δέντρο. Πρώτα όμως, για να μην αστοχήσω, γράψε πως το δέντρο κάνει και έναν καρπό κοκκινοκαφέ σαν αχλάδι μικρό. Αυτό όταν ξηραίνεται το λένε μπακατσίδι. 
Μικρά που ήμασταν το πατάγαμε και έκανε «πουφ».
Η ίσκα που λες, βγαίνει στον κορμό της βελανιδιάς ή του δέντρου. Είναι ένα εξόγκωμα σαν μια μεγάλη φέτα από πεπόνι, καφέ χρώμα. Αυτο το ξεκολλάγαμε, το βράζαμε να μαλακώσει και το χτυπούσαμε. Γινόταν μια επεξεργασία τελοσπάντων.
 Από αυτό λοιπόν, κόβαμε ένα κομματάκι, το βάζαμ
επάνω στο στουρνάρι, το χτυπούσαμε με τον πριόβολο και έβγαζε τσίκα.
 Έπειτα το φυσάγαμε και έβγαζε φωτιά.
-Ναι αλλά τώρα θα μου πεις π είναι το στουρνάρι και τι ο πριόβολος;
Το στουρνάρι, είναι σκληρή πέτρα που κοκκινοφέρνει. Δεν έχουμε και ένα χωράφι που το λέμε στουρνάρι; Έγινε δάσος τώρα…Ο πριόβολος, είναι κάτι πως να στο πω, σαν λίμα να φανταστείς.
-Λοιπόν;
Το βελανίδι το μαζεύαμε τον Αΰγοι στο.
 Από τον καρπό παίρνανε και οι μέλισσες μέλι.
Τί το κάνατε το βελανίδι;
-Στάσου να σου πω. 
Λιάζαμε τα βελανίδια και τα πουλάγαμε. Με αυτά οι έμποροι επεξεργαζόταν τα δέρματα. 
Αλλά και σε μας ήταν χρήσιμο.
 Βράζαμε το βελανίδι αφού το είχαμε κοπανήσει. 
Το βάζαμε σε καναβάτσες, το στραγγάγαμε, και μέσα σ’ αυτό το νερό βάζαμε τα νήματα που γνέθαμε με μαλλί προβάτου. 
Το χρώμα που έβγαινε ήταν χακί. 
Άλλα χρώματα φτιάχναμε από φλούδες άλλων δέντρων και δενξέβαφαν κιόλας. Φερειπείν, από το ευκάλυπτο έβγαινε το κεραμιδί. Του καρπούς της βελανιδιάς και τουδέντρου τους δίναμε θροφή στα γουρούνια και καμιά φορά στα κατσίκια.
 Ανοίγαμε λάκκους ρίχναμε βελάνια και βελόνες χώμα και νερό. Αυτό γινόταν λάσπη για να μην ξηραίνονται. 
Αυτά τα έτρωγαν τα γουρούνια.
Για να καταλάβεις, βελάνι είναι ο καρπός από το δέντρο και το πουρνάρι. Βελάνα, ο καρπός της βελανιδιάς και είναι μεγαλύτερος από το βελάνι. 
Η βελάνα μέσα στο κακατσίδι αυτό που είναι σαν δαχτυλήθρα είναι όλο το βελανίδι.
Τώρα, θα σου πω δυο ιστορίες από μένα. Να σου πω;
-Ε, αυτό περιμένω
Μ’ έστειλε ο πατέρας μου στον Πρόδρομο, ανήμερα τ’ Αγίου Ευσταθίου, να πάω να μαζέψω βελανίδι.
 Ήμουνα 17 με 18 χρονών. Άλλος δεν πήγαινε. Εγώ δεν έλεγα ποτέ όχι.
Είχαμε σ’ ένα χωράφι μιά βελανιδιά μεγάλη και πολύ ψηλή, με πολύ καρπό, αλλά γεμάτη λιγκόνι.
-Τι;
Το λιγκόνι, είναι μαύρο μυρμήγκι, που βρωμάει και τσιμπάει πολύ. Ένα κλωνάρι ήταν ψηλά στο δένδρο και μακρύ. 
Τράβαγε πέρα. Φόρεσα ένα παντελόνι του αδερφού μου, δυο μαντήλια στο κεφάλι και κάλτσες στα χέρια. Μόνο τα μάτια είχα έξω.
 Έκανα γιουρούσι και σκαρφάλωσα απάνω. Έφτασα το κλωνάρι και καβάλα  καβάλα έφτασα στη μεριά που το κλωνάρι είχε το πολύ βελανίδι. 
Η Κούλα, η μικρή μου η αδερφή, μου πέταξε από κάτω τον λούρο. Μετά από πολλά, τον έπιασα. 
Ο λούρος για να ξέρεις, ήταν ένα μακρύ στέρεο ξύλο δυο τρία μέτρα, από πουρνάρι.

Άρχισα να τινάζω.
 Τα λιγκόνια απ’ όπου μπόραγαν χώνονταν στα ρούχα και με τσιμπούσαν. 
Όσο αυτά τσίμπαγαν, τόσο δυνατότερα τίναζα το βελανίδι από μανία και έκλαιγα. Δεν με πόναγαν τα τσιμπήματα τόσο, όσο η αδικία, που ο πατέρας μου μ’ έστειλε ν’ ανέβω εκεί απάνω αφού ήξερε τι γίνεται.
 Βάρα, βάρα το τίναξα όλο.
Κόντευε να σουρουπώσει.
 Και ‘γω σκιαζόμουνα να κατέβω, γιατί το κλαρί ήταν πολύ ψηλά, ήμουνα και κουρασμένη. 
Πάλεψα από δω, πάλεψα από κει, δε πα να πεθάνω είπα. 
Έτρεμα. Εξαντλημένη πήδηξα πάνω στα τσουβάλια που είχε γεμίσει η Κούλα με βελανίδι. Μου κόπηκε η ανάσα. 
Όταν συνήρθα, σχεδόν είχε νυχτώσει. 
Απομάζωξα τα υπόλοιπα βελανίδια, πέντε τσουβάλια όλα, και τώρα έπρεπε να τα φορτώσω στο γάιδαρο. Η Κουλά μ’ άφησε και έτρεξε στο σπίτι όσο εγώ φόρτωνα. 
Ακούμπαγα το τσουβάλι στην κοιλιά μου, το σήκωνα και το φόρτωνα στο γάιδαρο. Ξεψυχισμένη καβάλησα και ‘γω και τράβηξα για το σπίτι.
-Τί άλλο έπαθες με τις βελανιδιές;
Τώρα, η βελανιδιά που θα σου πω ήταν ξερή. 
Ανέβηκα να κόψω ξύλα. Κουνά κούνα το κλωνάρι εγώ, σάπια η βελανιδιά, άρχισε να τρίζει, και εγώ πάνω στο κλωνάρι. 
Από κάτω γιομάτο πέτρες μυτερές.
 Άρχισα να φωνάζω εγώ και η βελανιδιά να πέφτει. 
Με το πέσιμο με τίναξε στον αέρα, και πάω και πέφτω ευτυχώς σε χώμα.
 Χτύπησα λίγο στα ξύλα που με κάρφωσαν. 
Η Σταθούλα η Παπαγιάννη, η φιλενάδα μου, έτρεξε κοντά μου.
-Σκοτώθηκες; σκοτώθηκες; μου φώναζε και έσφιγγε τα μαγουλά της.
-Όχι είμαι καλά, της λέω.
Σηκώθηκα αμέσως και πιάσαμε δουλειά. Κόβαμε ξύλα και τα ποστιάζαμε.
Ίδρωσα, κουράστηκα. Κάνω να καθίσω σ’ ένα χαμοχοντρό κλωνάρι. Όπως γυρίζω βλέπω απλωμένο ακίνητο έναν τυφλίτη .Φοβήθηκα, αλλά άρπαξα αμέσως μια πέτρα και την πετάω με όλη μου τη δύναμη. Τον πέτυχα κάπου στη μέση. Από την κοιλιά του πετάχτηκε ένα πουλί που το είχε φάει.
 Έκανε λίγο να φύγει και τ’ αποτελειώσαμε.
Τι να πρωτοθυμηθώ, όλο φίδια και βελανίδια…αλλά το γαλή ν ε μα που ένοιωθα όταν περπατούσα μέσα στο δάσος δε τ’ αλλάξω κι ας κόπιαζα τόσο!
Ας ήμουν ακόμα νέα κι ας έτρεχα για βελανίδια.
Ώστε γι’ αυτό μάνα λατρεύω το βουνό από τις εικόνες που μούδινες όταν ήμουνα μικρή στις αφηγήσεις σου. 
Όμως εγώ στον Υμηττό που συχνά περπατώ βελανιδιά δε βρήκα ακόμα.
Συρυτε στο χωριό μαζέψτε βελανίδια, φερείτε τα και σκορπάτε τα δω και κεί στο βουνό που μου λές…

Δήμητρα Φατσιλέτου-Πιστιόλη Αθήνα 10-6-2003
– Περιοδικό “Η βελανιδιά”, τευχ. 1

ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑΝΙΚΑ ΝΕΑ 

Άρθρο από:https://xiromeritis.blogspot.com/